Top Definition
A derogatory term for someone from Britian.
A spin off of the term carpetmuncher.
British: Ugh, Americans are so fat and obnoxious!
American: Shut up you fucking Crumpetmuncher!
από Lilli her Excellence 19 Ιούλιος 2011
A female of the lesbian persuasion.
Also known as a dyke, lesbo, carpet-muncher, todger dodger, she who licks the honey pot.
Don't bother chatting her up Steve, I heard she's a crumpet muncher.
από HadeK 11 Σεπτέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×