Top Definition
A smaller than average Crumpet.
Dude, I bought crumplets so's I could fit it in ma pocket!
από Rodney Bruce 10 Οκτώβριος 2009
2 more definitions
Tiny bits of hard shit that get stuck on your anus hairs.
Man, those crumplets in your ass are hard to lick out.
από Xymox1 15 Σεπτέμβριος 2008
a terrible smelling fart that is indused by something unnatural. Such as sorbitol (sugar substitute).
"O dear lord that is the worst smelling crumplet!"
από w2454 28 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×