Top Definition
The activities one indulges in whilst in a state of drunkeness.
Ricky: "I'm gonna get pretty crunk this weekend."
Simon: "I too shall join the crunkivities."
#drunken #crunk #activity #beer #awesome #party #weekend
από Simon Coxlong 15 Ιούνιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×