Top Definition
The act of having sexual intercourse with a woman, and then immediately throwing her aside after climax, thus "chucking" the "cunt".
He's such a cuntchucker, he threw me across the fucking room when he came.
από DynamicScience 8 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.