Top Definition
1. Cramp of the vagina.

2. A cuntraption is a home-made device used to pleasure the vagina or penis.
"Shit girl last night i gotta serious Cuntraption after flicking the bean"

"He could hardly wait get home and play with his twelve inch solid chrome cuntraption."
από Plank0k 18 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×