Top Definition
cusackiness (adjective): unstoppable sexiness, moodiness, angst, sometimes including the ability to perform amazing telephone scenes on-screen. also see: rob gordon of high fidelity.
Girl, he cannot stop his cusackiness.
από Give me Liberty 15 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.