Top Definition
1. Referring to a caucasian person.
2. Reffering to a person caught in the act of doing something extremely ridiculous.
Look at them cuscas over there.
από SL 14 Οκτώβριος 2003
5 Words related to Cusca

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×