Top Definition
adj. (kyoot-tuh-fuhl) A person who is both Cute and Beautiful at the same time. A contraction of the two words with "Cute" replacing the first four letter of "Beautiful". A 'typographically correct' version of "Cutieful" or "Cuteiful".
Alyson Hannigan is Cutetiful.
από Kamensan 25 Οκτώβριος 2009
6 Words related to Cutetiful

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.