DOV
Pronounced 'Dove.' An informal(/irreverent) medical term for a patient who is alive and 'stable,' but being supported by a ventilator and generally in a coma, with little chance of ever recovering function. Stands for 'Dead On the Vent(ilator).'
It's been a slow night; we got a GSW around 2:00, but otherwise just been the DOVs.
από facs 17 Φεβρουάριος 2009
dov
Someone with a titty nature!!
e.g
Ur such a dov!!!!!!
από Barneyfred!! 28 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×