Top Definition
When the smell of something beautiful is imprinted upon something else.
I let her borrow my jacket and she left it smelling like her perfume she daisyfied my jacket.
από Mighty_A 26 Φεβρουάριος 2014
5 Words related to Daisyfied

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×