Top Definition
a. To discribe a action taken or emotion
a. I will try my damdest Maw to cut the grass before dark.
b. That girl with the monkey is the damdest thing I have ever seen.
από Walter O. 23 Σεπτέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×