Top Definition
Damed, dedicated form the French word "dame" (meaning lady), means to be hit on by a beautiful woman whom one likes.
After Jerry got a new girlfriend, he said to Harry "Hey! I just got damed!"
από Nc'sM3 29 Οκτώβριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×