Top Definition
Losing your V Card/ Boning a chick
" I just Daryled that bitch"
" You've just been Daryled"
από UnderArmourAmy 25 Ιούλιος 2009
1 more definition
Verb: Shot down, put in your place, schooled, oiled-up, dealt with a problem, put in your place
You've been Daryled, man!

He just Darlyed that zombie!

Those idiots need to be Darlyed!
από April Miamivice Lecter II 10 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×