Top Definition
a) Consuming alcohol to where the person under the influence acts in erratic behavior. (i.e. walking home regardless of the distance, punching items that should not be punched)

b) A way of life.
I deeze'd last night.
από PuttinD's on the six 4 10 Φεβρουάριος 2007
a code name for marijuana.
I just picked up some bomb deeze.
από Halbe 10 Σεπτέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.