Top Definition
One who defelcts seniority or accountability onto another to avoid work at all costs
Joel: "Who is the most senior guy here?" (with obvious work to hand out)
Andy: "Vic is." (As he points to Vic)
Vic: "Fuck your face Andy! Do it yourself deflector!"
από flop worker 31 Δεκέμβριος 2011
3 Words related to Deflector

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×