Top Definition
1. To make something more Deke. 2. To say something in the IDS that makes you sound like a momo. 3. A type of cake found in the netherregions of the Pyranees Mountains.
Yo, when Cullen was talking in the paper today, he was totally Deke-ifying.
από Hot Karl 12 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×