Top Definition
Delighted, Adjective expressing large amounts of happiness about an event that has just occured. Usually said when meeting someone famous. Taken from ren and stimpy.
"Wow, you're Jerry the belly button elf, well I'm delapitaded to have met you!"
από n mcbar 17 Ιανουάριος 2006
5 Words related to Delapitaded

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.