Top Definition
To shrink, decrease in size. Opposite of embiggen.
Yo, I washed this hoodie and it delittled on me.
She went on a diet to delittle her butt.
When I saw her in dat bikini my dick delittled.
Wiseass, I'm gonna delittle your mouth.
από Wordphrodite 17 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×