Top Definition
A Jew, but a nice one. Not the stereotypical Jew portrayed by negative media
Olivia is SUCH a Delp!
από ChocolateKisses 1 Ιανουάριος 2010
someone who likes to lick windows and smells like old chilli
person: that spencer is a complete fucking delp.
από dom2k8 15 Φεβρουάριος 2008
A phrase used by many middle school students. This word can be used for anything and everything and means watever you want it to. usually screemed.
"I have an ichy DELP!DELP!DELP!DELP! What the DELP!"
από charlene delp 4 Ιανουάριος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×