Top Definition
verb: To remove a person's nards summarily.

When successful, results in denardification.
"Dang, you keep that up and she's gonna denardify you."

"Whatchu mean?"

"I mean, she's going to snatch off your nard-sack like a paper towel."
από Spankzilla 17 Μάρτιος 2008
6 Words related to Denardify

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.