Top Definition
Formed by combining the words 'denied' and 'anihilated', a verb usually used in reference to gaming meaning annihilated in a very epic fashion.
Reflecting a shot directly back at the shooter, killing him.
"You just got denihilated!"
#denied #annihilated #pwned #dominated #owned #served #destroyed
από Coywolf 12 Σεπτέμβριος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×