Top Definition
To undo, or fix a situation when someone stupid takes something simple and uses their moronic cunning to fuck it up.
I had to go into work and it took me hours to deretardify the program that Wayne butchered like an aborted fetus.
από The Wonely Waynger 3 Απρίλιος 2009
5 Words related to Deretardify

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×