Top Definition
Slang word used in the context of hating someone or just to show stupidity; a donkey of sorts.
God, Darshan, you are such a dersh.
από The Studio 1 Μάρτιος 2010
1 more definition
to smack into a large inanimate object, such as a tree. Like shwapp
I didn't even see the tree when my forehead dershed it.
από superpants 15 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×