Top Definition
verb: Give a specified name, position, or status to
adjective: Appointed to an office or position but not yet installed
verb: He was designated as prime minister
adjective: The Director designate
#plant #assign #decide #dezignate #designat
από DieKry01 24 Απρίλιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×