Top Definition
Verb. - The act of removing an object from or exiting a vehicle. Similar in origin to vehiculate. Akin to defenestrate.
The shifty parking lot attendant had a bad habit of devehiculating items that didn't belong to him.

The indignant cab driver ordered her passengers to devehiculate immediately.
από Lauren Penner 9 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.