Top Definition
(noun) a very, very large object; (verb) to decimate by excessive consumption
(noun) "Jesus, that black hole is a real DiSano!"

(verb) "That guy really DiSanoed the buffet!"
από miketardif 25 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×