Top Definition
(V.) Sitting in front of a computer for hours on end, and immediately locking it upon the entrance of others.
My roommate is always didonaning whenever I come back to the room at night.
από Toohottotrot 20 Μάρτιος 2007
5 Words related to Didonaning

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.