Top Definition
1. A person who silently does devilry acts.

2. A person who does all the wrecking and never gets caught.
Bushi- I hate Nicko.
Jess- Yes, she is a dimbomb.
Bushi- Hope one day she gets caught.
από Snilett 27 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×