Top Definition
When a person sticks their finger covered in dip saliva and sticks it in a unsuspecting persons ear.
"I gave josh a dip willy"
από Happy Huebner 28 Αύγουστος 2009
An old person who jokingly calls his or her spouse names.
Papaw Bobby and Nanny are dipwillys
από baptistbuddy2 16 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.