Top Definition
Adj. Scots. A normally intelligent person who has momentarily decided to become an imbecile.
What's that. You put diesel in? The car runs on petrol, ya dippit gonk!
από imshi 13 Ιούλιος 2009
5 Words related to Dippit Gonk

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×