Top Definition
A 'Dirtmonger' is somebody with low moral-values, usually used in context to berate somebody for doing something bad, disgusting or unusually manky.
You actually rode that fat bitch? You're one dirtmonger.

I heard you stole money from the church collection plate; you wily dirtmonger you.

That smelly man hither is a dirtmonger.
από Adam Feehely 21 Σεπτέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×