Top Definition
The act of allowing one's partner to go down on them without informing them that you are currently on your period. A distant cousin to the Dirty Sanchez.
It fired Cheryl up to allow her bar boyfriend to perform a dirty Yoli.
από Kareenie 21 Νοέμβριος 2008
5 Words related to Dirty Yoli

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×