Top Definition
To be destracted by a snack or other scrumptious treat.
"Sorry I'm late. I got disnackted by my snickers bar."
#snacks #distract #distracted #food #productivity
από Irrigation Superheros 25 Ιούλιος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×