Top Definition
Being Dissed, Pwned, and disowned at the same time.
Dude when clark told his dad he was gay he got dispwned. it was major dispwnage.
από JAPANDA!! 16 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×