Top Definition
1. The act of being restless and of having mental excitement and stress.
2. Worrisome; Tumultuous.

Originally used in the song "Personal Demons" by Rufus Rex.
He lay awake in a state of disrepose.

The arachnophobe's disrepose was obvious as he spotted a wolf spider crawling up the wall.
από Chance Lotoris 3 Νοέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.