The act of being so absolutely diu that you no longer are just diu, you are officialy a diusor. Used as a noun, the word means the opposite of l33tsor, and roxor. This word comes from the combination of cantonese and h4ck3r language. See Diu and roxor.
Dude, you're being lame, stop being sucha a diusor.
από Jasper 14 Φεβρουάριος 2005

2 Words Related to Diusor

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×