Top Definition
A hidden word of the ancient language of the west. A feeling in which only men experiences.
Honey my dixiewrecked would you give me a quick blow.
από Imhotep24 28 Νοέμβριος 2009
6 Words related to Dixiewrecked

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.