When a person is so intoxicated they can't stand properly or speak without mumbling incoherrantly, usually a result of alcpholor drug-taking.

The complete opposite of sobriety.
Jesus did you see Chris on Friday night, he was well dixoned!

I cant wait for the weekend, two days of getting completely dixoned!
από garybiscuit 31 Μάρτιος 2011

3 Words Related to Dixoned

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×