Top Definition
The ability to break any metal object.
Dockboy is to iron what Kryptonite is to Superman
be careful with that NOS or you'll Dockboy your engine.
από David J Lott 22 Αύγουστος 2008
The act of being a dock. (See dock, mitch)
Jeffrey and Electrii were being dockboys while r3ks was getting killed.
από R3ks 11 Απρίλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×