Top Definition
One who is vocally impaired and considered unintelligent because of their verbal handicap.
Person 1- Dude, Dockhorn walks up to me in the hall and I didn't understand a word of what he said, in our own language!

Person 2- Dockhorn speaks English?!
από Dyer Hater 7 Δεκέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×