Top Definition
v. To get inhebriated by the smoking of Marijauna cigarettes or other ways of inhalation of Marijauna.
ex1. Man, we need to dolify after a hard days work.

ex2. Have you ever watched a movie after being dolified?
από Zanch Pornoflict 24 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.