Top Definition
dolish;

1) An endearing term for some one who is damn right great
in basically every way

2) A term to refer to your best friend as
1) God I am so jealous of that girl she is like totally a Dolish

2) Yeh she's one of my oldest Dolish's, I bloody love her
από allthelovers 24 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×