Top Definition
1. A verb meaning to lie, to suppress evidence, to censor.

2. (n) Liar

Literally an acronym for "dunkin' on Lebron James".
1. (v) Don't dolj the media. That's a violation of free speech.

2. (n)You're a dolj and a cheat. I saw you with that woman with my own eyes.
από Chloe McElroy 10 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.