Top Definition
1. To take a long time in doing a task
John was taking a donkey's left shoe to doing the washing up
από crackajack1992 19 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to Donkey's left shoe

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.