Top Definition
A donkinson is a slang word referring to a males penis.
"I was so excited that I slapped my donkinson out the drivers window and let it flop in the breeze."

"I was so pissed when she surprised me and I zipped my donkinson in my pants."
από BananObama 24 Απρίλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×