Top Definition
dawngk-lohd - (noun) - a ridonkulously large group of things.
A donkload of money.
#ridonkulous #donk #load #quantitative #enormous
από Vindikos 15 Ιούλιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×