Top Definition
Adopted from the korean language meaning rectum. So donkofingers means the movement of plummeting the fingers in and out of the rectum or rubbing the lips.
Menis made my butt sore by using her donkofingers on me.
από raeweenenis 14 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.