Top Definition
Noun- a man who has sex with many diffrent women all of them being extremly good looking.
That guy is such a dooher you stay away from him joann.
από Alfred Hitchcock sr. jr. sr. 23 Νοέμβριος 2009
6 Words related to Dooher

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×