Top Definition
To masturbate, using one's own feces as a personal lubricant.
Jim: Man, I tried to dookoff last night but my turds were too dry.
John: You're a disgusting freak, Jim.
από gsc29 31 Αύγουστος 2009
5 Words related to Dookoff

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.