1. A particularly powerful cannon capable of bestowing doom and, where applicable, chaos, to what or whoever it is aimed at.
2. A sexual move in which a male climaxes with such ferocity as to destroy his partner's body.
1. "Corporal, fire the doom cannon."
2. "I apologize for killing her, officer, though is pulling a doom cannon really that big a deal?"
από Eric H. 21 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×